To lockdown στην απομακρυσμένη ορεινή Κρήτη.


Ένας ψυχρός άνεμος περνά πάνω από τα πέτρινα σπίτια με τις ξύλινες οροφές, στο Οροπέδιο Λασιθίου. Στο τζάκι πετιούνται τα πρώτα ξύλα για να δυναμώσουν τη φωτιά που θα καίει όλο το χειμώνα. Δίπλα ένα ποτήρι με κοτσιφάλι, το εκλεκτό κρασί του νησιού, δεν αδειάζει σχεδόν ποτέ. Όλα αυτά κρατούν συντροφιά και ζεστασιά σε κάθε σπίτι και έχουν γίνει η καθημερινή εικόνα των κατοίκων του χωριού, που όπως όλη η Ελλάδα, μένουν στα σπίτια τους. 



Το να ζεις σ΄ένα μακρινό χωριό της Κρήτης, σίγουρα είναι μια μοναδική εμπειρία, γεμάτη γαλήνη και ηρεμία. Τώρα όμως δεν επιτρέπεται καμία μετακίνηση από και προς τους άλλους νομούς του νησιού, και οι μέρες θυμίζουν άλλες εποχές. Εποχές που οι παππούδες θα έπαιρναν το γαϊδούρι τους και θα έκαναν 20 χιλιόμετρα σε μια ημέρα, για να φτάσουν από τον παράκτιο δρόμο στην κεντρική πόλη. Τα γαϊδούρια όμως είναι πλέον σπάνια εικόνα και οι παππούδες στερούνται την αγαπημένη τους συνήθεια: έναν ελληνικό καφέ με τους φίλους τους, στο καφενείο της πλατείας.  



Αν για όλους εμάς η απομόνωση είναι κάτι δύσκολο, τότε για τους Κρητικούς είναι κάτι αβάσταχτο. Η καθημερινότητα τους περιλάμβανε τα περισσότερα γλέντια και τις πιο συχνές μαζώξεις, με συνοδεία ρακής, αντικρυστού και ατελείωτους χορούς υπό τις μελωδίες της λύρας. Με γάμους που οι ελάχιστοι προσκεκλημένοι άγγιζαν τους 1.000 δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς ότι η λέξη «μαζί» κυλά στο DNA τους. 
 Ευτυχώς, η ανθεκτικότητα είναι τρόπος ζωής τους, που έχουν επιβιώσει αιώνες ζωής υπό κατοχή. Οι Κρητικοί ως περήφανος λαός, διαλαλούν ότι η Ελλάδα χαιρετίζεται ως λαμπρό παράδειγμα για το πως χειρίζεται την κατάσταση με τον κορονοϊό και είναι έτοιμοι να θυσιάσουν τα πάντα για να προστατεύσουν τους γύρω τους. «Για εμάς είναι όλοι παιδί, γονιός ή φίλος κάποιου, οπότε είναι αδιανόητο να πεθάνει ένα άτομο έτσι, πόσο μάλλον πολλές χιλιάδες!»



Μια γεμάτη ημέρα, περιλαμβάνει περίπατο στο χωριό. Σε ερημικούς δρόμους, μπροστά από την κλειστή ταβέρνα που κάποτε ήταν γεμάτη με βαριές φωνές, τσουγκρίσματα, μαντινάδες και κοχλιούς. Γύρω από την παιδική χαρά, που οι παιδικές χαρούμενες φωνές εγκατέλειψαν προσωρινά, και μπροστά από το σχολείο του χωριού, που το λουκέτο του είναι τόσο βαρύ όσο και η γνώση που δείχνει να έχει φύγει για λίγο από τα θρανία του. 



Χαζεύοντας τις βουνοπλαγιές θα δει κανείς τα παρεκκλήσια όπου κάποτε οι χωρικοί είχαν καταφύγει για να κρυφτούν από τους Τούρκους, τους Ενετούς, τους Ιταλούς και τους Ναζί. Οι σκοτεινοί εσωτερικοί χώροι ποτισμένοι από το θυμιατό και οι σιωπηλές φλόγες από το λάδι στο καντήλι που τρεμοπαίζουν πάνω από τις εικόνες είναι η προσομοίωση της ηρεμίας και της γαλήνης που επικρατεί στο χωριό.



«Υπομονή! Και αυτό θα περάσει », φωνάζουν οι χωριανοί, καθημερινά ο ένας στον άλλον. Τα παλιά χρόνια έπρεπε να ψάξουν για φαγητό στα βουνά για να επιβιώσουν. Οι κοχλίοι που είναι τώρα μεζές στις ταβέρνες, ήταν κάποτε αναγκαίοι γιατί παρείχαν ζωτικές βιταμίνες. «Σε σύγκριση με αυτό, το lockdown δεν είναι τίποτα! Έχουμε καλό φαγητό, τη δική μας ρακή και τους ευγενικούς γείτονες - τι άλλο θέλουμε;» Είμαστε μαζί τους. 


Tags:Κρήτη lockdown 

Προηγούμενο

Eμβόλιο COVID-19: Τι σημαίνει για τα ταξίδια;

Επόμενο

Dr. Fauci:«Οχι στα Χριστουγεννιάτικα ταξίδια».