Βουργουνδία: Σαν γλυκό κρασί

Χανόμαστε στα μονοπάτια των αμπελιών γύρω από την Ντιζόν, στα χάνια ενός Πρόεδρου των ΗΠΑ, και καταβαίνουνε κατασκότεινα κελάρια που μοσχοβολά μούστο και γλυκό κρασί.  Δοκιμάζουμε πρώτοι τη φετινή σοδειά υπό το αγχωμένο βλέμμα των...

Χανόμαστε στα μονοπάτια των αμπελιών γύρω από την Ντιζόν, στα χάνια ενός Πρόεδρου των ΗΠΑ, και καταβαίνουμε κατασκότεινα κελάρια που μοσχοβολούν μούστο και γλυκό κρασί.  Δοκιμάζουμε πρώτοι τη φετινή σοδειά υπό το αγχωμένο βλέμμα των ντόπιων που δεν επιθυμούν να λαθέψουν ούτε και φέτος για το αποτέλεσμα. Μαθαίνουμε τα μυστικά των μπαχαρικών, συναντούμε κορίτσια που μοιάζουν στην Αμελί και αγόρια με τραγιάσκες. Και κάπου εκεί μαθαίνουμε πως είναι η ζωή όταν μεθά από την ευτυχία της σοδειάς που περνά από τα χέρια σου.

  

«Αρχίζω να πιστεύω πως δεν βρίσκεσαι εκεί για λόγους υγείας, αλλά για διασκέδαση”, έγραψε η Μάρθα στον πατέρα της Τόμας Τζέφερσον – μετέπειτα Πρόεδρο των ΗΠΑ – όταν εκείνος ξεκίνησε ένα τρίμηνο ταξίδι στη γεμάτη αμπελώνες Βουργουνδία. Ο Τζέφερσον έφτασε το 1787 ως απεσταλμένος των ΗΠΑ στη Γαλλία για να μελετήσει την αρχιτεκτονική, την τέχνη και τη γεωργία αλλά και να θεραπεύσει τον σπασμένο καρπό του στα ιαματικά νερά της Προβηγκίας. Σύντομα το ταξίδι του απέκτησε διαφορετική θεματική: καλοπέραση, οινογευσία, γαστρονομία. Άφησε πίσω του τις διπλωματικές σχέσεις με την αυλή του Λουδοβίκου ΙΣΤ' και έβαλε στόχο την εξερεύνηση των αμπελώνων της διάσημης για το κρασί της Βουργουνδίας.

  

Με χωρίζουν περίπου 230 χρόνια, μια επανάσταση και αρκετοί πόλεμοι από εκείνο το ταξίδι του Τζέφερσον, αλλά θα ακολουθήσω το παράδειγμά του, διασχίζοντας τη Βουργουνδία από βορρά προς νότο. Côte d'Or, η περιοχή που φημίζεται ήδη από τον 18ο αιώνα για το καλύτερο terroir (έδαφος) είναι η αφετηρία μου. Περπατάω ανάμεσα στα αμπέλια, ανακατεύομαι με τους αμπελουργούς, κατεβαίνω στα κελάρια, μιλάω μαζί τους, παρατηρώ κάθε τους κίνηση. Άπαντες βρίσκονται σε εγρήγορση σε ολόκληρη τη Βουργουνδία. Είναι η εποχή της συγκομιδής. «Έχει πάρει σύνταξη εδώ και 15 χρόνια, αλλά δεν έχει λείψει στιγμή από τα αμπέλια και το οινοποιείο», λέει η μελαχρινή Claire γελώντας. Ο 80χρονος πλέον πατέρας της, ο Henri, δεν ακούει καν τη συζήτησή μας. Το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι η φετινή σοδειά των αμπελώνων του νότια της Ντιζόν. Φορώντας πάντα την αγαπημένη του τραγιάσκα, επιθεωρεί τα ρουμπινί τσαμπιά που γεμίζουν το ένα μετά το άλλο τα δοχεία. Ελπίζει και φέτος η παραγωγή του να ξεπεράσει τις 130.000 φιάλες.

Ανεβαίνουμε στην ταράτσα της αποθήκης και μου δείχνει τριγύρω τους απέραντους αμπελώνες. «Πριν την επανάσταση λίγοι πλούσιοι γαιοκτήμονες κατείχαν την πλειοψηφία των αμπελώνων της Βουργουνδίας, με ισχυρότερο όλων την Καθολική Εκκλησία. Μετά το 1789 όμως η γη τεμαχίστηκε κι από τότε η Βουργουνδία έγινε συνώνυμη των πολλών μικρών οινοπαραγωγών. Μερικοί αμπελώνες μάλιστα μπορούν να συγκριθούν με κήπους περιτριγυρισμένους από πέτρινους τοίχους», συμπληρώνει ο Henri, πριν με αφήσει πάλι για χάρη των σταφυλιών του.

Συνεχίζω ακόμη πιο νότια, στο μικρό χωριό Pommard, νότια της Beaune. Εδώ παράγεται αποκλειστικά και μόνο κόκκινο κρασί. Η Anne και η αδερφή της η Catherine είναι ιδιοκτήτριες του Domaine Parent. Γύρω στα 50 και οι δύο, μιλούν με πάθος για το κρασί. Ανήκουν άλλωστε στη 12η γενιά αμπελουργών της οικογένειάς τους. Ανάμεσα στα 40 στρέμματα του κτήματός τους στέκεται μια έπαυλη που φιλοξενεί και ένα μικρό χώρο ζύμωσης του μούστου. Ακολουθώ την Anne στο κελάρι του οινοποιείου της για να δοκιμάσω το κρασί της. Βαθυκόκκινο, δυνατό, με περίπλοκα αρώματα. «Στο έδαφος του Pommard βρίσκει κανείς πηλό και ασβεστόλιθο, ενώ είναι κόκκινο χάρη στα οξείδια του σιδήρου. Είναι όλα αυτά που κάνουν το κρασί μας ξεχωριστό», μου εξηγεί. Πριν το καταλάβουμε, έχουμε βγει στα ήσυχα δρομάκια του χωριού με το καμπαναριό της εκκλησίας του 18ου αιώνα να κυριαρχεί στην πλατεία. Σταματάμε μπροστά από μια επιγραφή. Τοποθετήθηκε πριν περίπου ένα χρόνο προς τιμήν του Τζέφερσον. Το ίδιο συνέβη και σε ακόμα 40 από τα γαλλικά χωριά που επισκέφτηκε ο ίδιος στο πλαίσιο των οινικών αναζητήσεών του. Τελικά η Μάρθα είχε δίκιο για τα περί διασκέδασης.

  

Παίρνω πάλι το δρόμο προς τα βόρεια, για να διανύσω τα περίπου 32 χιλιόμετρα που χωρίζουν την Beaune από την πρωτεύουσα της Βουργουνδίας, την Ντιζόν. Είναι σχεδόν υποχρεωτικό να αφήσω για λίγο πίσω μου το κρασί και να το αντικαταστήσω με το έτερο μαγικό φίλτρο της περιοχής: τη μουστάρδα. Λέγεται ότι ο Λουδοβίκος ΙΑ' ο Συνετός, κουβαλούσε πάντα μαζί του ένα βάζο από το προσωπικό του μείγμα, ενώ οι Δούκες της Βουργουνδίας δεν ξεκινούσαν ποτέ για τη μάχη χωρίς ικανά αποθέματα μουστάρδας. Στέκομαι στην καρδιά της πόλης, στο γεμάτο κόσμο βασικό εμπορικό Rue de la Liberté απέναντι από τη γωνιακή Boutique Maille με την ξύλινη επένδυση στη βιτρίνα, όπου πωλείται η καλύτερη χύμα και συσκευασμένη μουστάρδα, σύμφωνα με τη συνταγή που επινόησε το 1747 ο Antoine Maille. «Στο Παρίσι, οι μόνοι άνθρωποι που συναντάς στο δρόμο στις 9 το πρωί και στις 6 το απόγευμα είναι τα παιδιά που κρατούν σφιχτά το πολύτιμο centime (ένα εκατοστό του φράγκου) για να αγοράσουν μουστάρδα», περιέγραφε ο Αλέξανδρος Δουμάς ο πρεσβύτερος τον 19ο αιώνα. Ήταν τόσο διάσημη που κατά τον 18ο και 19ο αιώνα κυκλοφορούσε σε 93 διαφορετικές παραλλαγές, μεταξύ των οποίων με γεύση νεροκάρδαμο, τριαντάφυλλο, αντσούγια, σκόρδο και τρούφα. Μπαίνω στο διάσημο μαγαζί κι ακολουθώ το τελετουργικό: επιλέγω ένα περίτεχνα διακοσμημένο κεραμικό βαζάκι και η χαμογελαστή κοπέλα του γκισέ το γεμίζει με το αγαπημένο καρύκευμα των Γάλλων.

«Οι ντόπιοι λατρεύουν τα καρυκεύματα, κυρίως λόγω γεωγραφικής θέσης», μου εξηγεί ο William Frachot, σεφ του Chapeau Rouge. «Η Dijon ευνοήθηκε γιατί κατά τα ρωμαϊκά χρόνια ήταν πέρασμα για το Δρόμο των Μπαχαρικών και οι κάτοικοί της έχουν παράδοση στα πικάντικα φαγητά. Έτσι, όταν άλλαξε η διαδρομή για το εμπόριο μπαχαρικών στην Ευρώπη, χρειάζονταν ένα υποκατάστατο. Και το βρήκαν στη μουστάρδα, τη γεύση του διαβόλου, όπως την αποκαλούν οι ίδιοι», συμπληρώνει γελώντας. Η Ντιζόν είναι ο παράδεισος για τους απανταχού gourmants. Κάθε χρόνο άλλωστε στα τέλη Οκτώβρη διοργανώνεται εδώ το Διεθνές Φεστιβάλ Γαστρονομίας. Μια επίσκεψη στο Bourgogne Street δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφισβήτησης. Στα ράφια του βρίσκουν θέση μόνο τα πιο εκλεκτά σαλιγκάρια, κρασιά, λικέρ, foies gras, χυμοί και σοκολάτες που παράγονται αυστηρά στη Βουργουνδία.

  

Περπατάω στη γωνία της Rue de la Liberté με τη λεωφόρο Victor Hugo και στέκομαι στην ηλιόλουστη πλατεία Darcy. Στη μια της πλευρά, μια πιο ταπεινή βερσιόν της Αψίδας του Θριάμβου και τριγύρω γοητευτικά αιωνόβια κτίρια με στέγες από γυαλιστερή επίστρωση από τερακότα σε περίτεχνα πράσινα, κίτρινα και μαύρα γεωμετρικά μοτίβα. Κάθομαι κάτω από τις λευκές ομπρέλες και με ένα latte χαζεύω τους ηλικιωμένους που παίζουν χαρτιά στα παγκάκια και μια παρέα νεαρών να κάνουν βόλτα πάνω στα αθόρυβα, ηλεκτροκίνητα segway τους. Δεν θα μου έκανε καμία εντύπωση αν έβλεπα την Amelie να περνά πάνω στο ποδήλατό της.

  

Παίρνω τη λεωφόρο de Brosses και κατευθύνομαι προς την κλειστή αγορά της πόλης. Πάγκοι με πολύχρωμα φρούτα και λαχανικά, μπαχάρια, τυριά, κρασιά και αλλαντικά στο εσωτερικό και ρούχα και άλλα μικροπράγματα έξω στους γύρω δρόμους. Άνθρωποι κάθε ηλικίας σταματούν, περιεργάζονται τα τρόφιμα, τα μυρίζουν, τα γεύονται πριν τα βάλουν στο καλάθι τους. Χωρίς βιασύνη. Η γαστρονομία και η καλοπέραση εξάλλου είναι όροι ασύμβατοι με την έννοια του χρόνου. Τελικός προορισμός μου η Notre Dame. Τερατόμορφα αγάλματα κοσμούν την πρόσοψή της, αλλά εμένα μου τραβά την προσοχή η ταλαιπωρημένη πέτρινη κουκουβάγια σκαλισμένη στον τοίχο. Περιμένω τη σειρά μου για να την αγγίξω και να κάνω μια ευχή. Κάτι μου λέει ότι αυτή τη φορά θα πιάσει.

 

Tags:Βουργουνδία Ντιζόν Γαλλία 

Προηγούμενο

Καλαρρύτες: Η ζωή δεν είναι μονόδρομος

Επόμενο

Σάλτσμπουργκ: Η Ρώμη των Άλπεων