Γαλλική Πολυνησία: Γη από μαργαριτάρια

Το ταξίδι έχει έναν και μόνο προορισμό. Εκεί όπου οι κοραλλιογενείς ύφαλοι δίνουν τη θέση τους στα καταγάλανα νερά των λιμνών και το ηλιοβασίλεμα κάνει την άμμο να μοιάζει ακόμα πιο χρυσή. 

Η ευλογία του μαύρου μαργαριταριού

 
Το ταξίδι έχει έναν και μόνο προορισμό: τη Γαλλική Πολυνησία, εκεί όπου οι κοραλλιογενείς ύφαλοι δίνουν τη θέση τους στα καταγάλανα νερά των λιμνών και το ηλιοβασίλεμα κάνει την άμμο να μοιάζει ακόμα πιο χρυσή. Για χάρη της, εναλλακτικοί ταξιδιώτες άφησαν πίσω τους τον πολιτισμό για να βρουν το δικό τους κομμάτι του παραδείσου. “Εδώ οι γυναίκες έχουν το σώμα της θεάς Αφροδίτης”. Μια και μόνη πρόταση του Γάλλου εξερευνητή  Λουί Αντουάν ντε Μπουγκαινβίλ το 1771 ήταν αρκετή για να μετατρέψει τα νησιά της Γαλλικής Πολυνησίας σε απόλυτο όνειρο φυγής.

 
 Όταν έναν αιώνα αργότερα έφτασε και ο Πολ Γκογκέν με σκοπό να εγκαταλείψει οτιδήποτε ψεύτικο και συμβατικό και άρχισε να ζωγραφίζει τα περίφημα ημίγυμνα πορτραίτα των γυναικών της Ταϊτής, η ετυμηγορία ήταν ομόφωνη: βρέθηκε ο παράδεισος επί της γης. Ριγμένα κάπου στον Νότιο Ειρηνικό ανάμεσα στην Αυστραλία και την Νότια Αμερική, τα 130 νησιά και ατόλες του υπερπόντιου εδάφους της Γαλλίας αποτελούν εδώ και σχεδόν τρεις αιώνες το απόλυτο όνειρο φυγής. 

   
 
Πεπέετε. Η πρωτεύουσα της γαλλικής Πολυνησίας στην Ταϊτή απέχει πολύ από τον παράδεισο που είχα στο μυαλό μου: ετοιμόρροπα κτίρια, καυσαέριο, μαγαζιά που πουλάνε μαύρα μαργαριτάρια – το νούμερο ένα εξαγώγιμο προϊόν της χώρας – και μπόλικα studios για τατουάζ. Εδώ κατοικούν τα δύο τρίτα των κατοίκων όλης της Γαλλικής Πολυνησίας. Στην κεντρική αγορά, ένα τετράγωνο από τη θάλασσα, επικρατεί χάος. Η πρωινή ψαριά έχει πάρει τη θέση της στους πάγκους δίπλα σε πελώριες παπάγιες ενώ ηλικιωμένες γυναίκες με λουλούδια στα μαλλιά πουλάνε φρεσκοψημένο κρουασάν με σοκολάτα. Ένας άντρας με καλυμμένο κάθε εκατοστό του σώματός του με τατουάζ κόβει το πάνω μέρος μιας καρύδας και μου δίνει να πιω το γλυκό νερό της. Με το που πέφτει η νύχτα, ο προορισμός είναι ένας: το Chocco Latte Lounge του ξενοδοχείου Tahiti Nui στην Avenue de Prince Hinoi για κοκτέιλ με εξωτικά φρούτα. Λίγο πιο πέρα οι καντίνες έχουν στήσει πλαστικές καρέκλες στην άκρη του δρόμου και η μυρωδιά από τις ψησταριές τους κατακλύζει την περιοχή. Εκεί, κάτω από τις φωτεινές επιγραφές των διαφημίσεων απολαμβάνω ένα μεταμεσονύκτιο – και άκρως ανθυγιεινό – σακουλάκι γεμάτο πατάτες βουτηγμένες στο λάδι. Η πόλη έχει μια ανεξήγητη γοητεία παρακμής, που με κρατά περισσότερο από όσο αρχικά πίστευα. 
 

 
Για πολλούς, το καλύτερο που έχει να κάνει κανείς στην πρωτεύουσα είναι να πάρει το φέρι για το Moorea. Αυτό το νησάκι σε σχήμα καρδιάς, είναι ίσως το πιο όμορφο στον κόσμο. “Οι πάντες εδώ αγνοούν την έννοια του χρόνου”, μου λέει ο Philippe Guéry καθώς περπατάμε κάτω από δέντρα φορτωμένα με μάνγκο και φρούτα του πάθους. Ο ίδιος και η γυναίκα του άφησαν πριν 6 χρόνια την βασκική περιοχή της Γαλλίας όπου, βεβαίως, δεν έχουν καμία πρόθεση να επιστρέψουν. Μυρωδιές από ψητά ψάρια με τραβούν προς την ακτή Opunohu. Δίπλα στα αραγμένα κανό, οι άντρες πίνουν Hinano – την περιζήτητη τοπική μπύρα – και μια μητέρα με την μικρή της κόρη χορεύουν στους ρυθμούς της γαλλικής ποπ από το πελώριο κασετόφωνο πάνω στη λευκή άμμο. Πιο πέρα, ο Ron Hall, ήρθε εδώ το 1970 από την Καλιφόρνια ως μέλος του πληρώματος στο γιοτ του Peter Fonda. Ο Fonda επέστρεψε στις ΗΠΑ, ο Hall όχι. “Στο Moorea έφτασε ο πολιτισμός. Φύγε για τα νησιά στο σύμπλεγμα Tuamotus, στην άκρη του κόσμου”, είναι το μόνο που έχει να με συμβουλέψει.  
 
 
Φοίνικες, άμμος, κοραλλιογενή νησάκια, γαλήνιες λιμνοθάλασσες όπου καλλιεργούνται τα διάσημα μαύρα μαργαριτάρια συνθέτουν το σκηνικό στα 78 νησάκια του συμπλέγματος, όπου το ψηλότερο σημείο από τη θάλασσα είναι μόλις 3 μέτρα. Στη Rangiroa, την μεγαλύτερη ατόλη, έκανα την πιο αναπάντεχη ανακάλυψη ολόκληρου του ταξιδιού: ένα οινοποιείο. “Ήταν εντελώς τρελό”, παραδέχεται ο Sébastien Thepenier που έφτασε εδώ το 2002 από τη Βουργουνδία για να αναλάβει τα ηνία του Vin de Tahiti. “Την πρώτη χρονιά η παραγωγή έφτασε μόλις τα 500 λίτρα. Φέτος, έχουμε 30.000”, μου λέει με περηφάνια καθώς με ξεναγεί με την βάρκα του στον 68 στρεμμάτων αμπελώνα πάνω στο κοραλλιογενές νησάκι. Επιστρέφω στη σουίτα της πανσιόν Les Relais de Joséphine. Η ιδιοκτήτρια, η Denise Caroggio, μια υπέρκομψη κυρία με πέρλες και αψεγάδιαστο μακιγιάζ έφτασε στην πρωτεύουσα Παπέετε από το Παρίσι το 1979 και σχεδόν μετά από 15 χρόνια ήρθε στη Rangiroa. “Όταν ήρθα εδώ για πρώτη φορά, υπήρχε μόνο μια πτήση την εβδομάδα. Κι έτσι δύο μέρες μετά τηλεφώνησα στην Air Tahiti και τους είπα ότι έπρεπε επειγόντως να φύγω. Ήταν μέχρι να ερωτευτώ το μέρος”, συμπληρώνει γελώντας. Παίρνω το ποδήλατο και κάνω βόλτες στον μοναδικό πεζόδρομο του χωριού ανάμεσα στις δύο τράπεζες, το ταχυδρομείο, τις πέντε εκκλησίες και τα μετρημένα στα δάχτυλα καταστήματα ενώ η ατμόσφαιρα μοσχοβολά tiare, το λευκό λουλούδι που μοιάζει με γαρδένια και χαρίζει το άρωμά του στις ατόλες της Γαλλικής Πολυνησίας. “Η Rangiroa είναι σήμερα όπως ήταν τα Bora Bora πριν 20 χρόνια”, ήταν η πρώτη κουβέντα της Denise όταν με υποδέχτηκε στην πανσιόν της. Ένα κρουαζιερόπλοιο γεμάτο τουρίστες μόλις διάσχισε το στενό της ατόλης. Τελικά, ούτε η Rangiroa είναι ο απομονωμένος παράδεισος που ψάχνω. 

  
 
Αυτός βρίσκεται στα νοτιοανατολικά, στην ατόλη Fakarava. Σκύλοι κοιμούνται στη σκιά των δέντρων και πελώρια σαλιγκάρια διασχίζουν το δρόμο στο νησάκι των 700 κατοίκων. “Είναι πολύ ήσυχα εδώ”, με διαβεβαιώνει η Margareth Burns πίσω από τον πάγκο του φούρνου της, όπου γεύτηκα το καλύτερο κρουασάν εκτός Παρισιού, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την μαμά-Γαλλία. Ένα μικρό αγόρι με προκαλεί σε μια αυτοσχέδια κόντρα με τα ποδήλατα στο χωματόδρομο. Δεν αργεί να με αφήσει πίσω του μέσα σε ένα σύννεφο σκόνης. Το κοντινό εστιατόριο με τα πολύχρωμα έπιπλα και τα κοχύλια για ντεκόρ τραβά την προσοχή μου. “Το μέρος έχει κάτι το ιδιαίτερο εδώ, δεν το νιώθεις αμέσως”; με ρωτάει η ιδιοκτήτρια η Cecile Casserville, πρώην καθηγήτρια του σκι στις Άλπεις. Γνέφω καταφατικά και ψάχνω ασυναίσθητα το iPhone μου για να τραβήξω φωτογραφία. Το γεγονός πως δεν με ανησυχεί που δεν το βρίσκω και δεν μπαίνω στον κόπο να πολυ-σκεφτώ αν το έχασα ή απλά το ξέχασα στο ξενοδοχείο με κάνει να καταλάβω πως βρίσκομαι σε καλό δρόμο στην αναζήτηση του παραδείσου. Το μόνο που σκέφτομαι είναι πως θα πρέπει να κυκλοφορώ και πάλι με παπούτσια μόλις αφήσω πίσω μου την Γαλλική Πολυνησία.
 


Μην φύγετε αν δεν: 
Πιείτε ένα ποτήρι κρύο λευκό κρασί Blanc de Corail, του Vin de Tahiti, του μοναδικού οινοποιείου στην Γαλλική Πολυνησία. Συνδυάζεται ιδανικά με θαλασσινά και έχει αρώματα από μάνγκο, ανανά και μπανάνα.
Επισκεφτείτε μια από τις φάρμες στην ατόλη Rangiroa όπου καλλιεργούν μαύρα μαργαριτάρια και διαλέξτε εκείνα που θα μετατραπούν στο επόμενο βραχιόλι ή κολιέ σας. 
Γίνετε ένα με τους ντόπιους στην κεντρική αγορά της πρωτεύουσας Παπέετε: εξωτικές μυρωδιές, πολύχρωμα καλούδια στους πάγκους, λουλούδια, φρέσκα ψάρια ή ψάθινα καλάθια γίνονται το αντικείμενο του πόθου για τους κατοίκους που την κατακλύζουν τις Κυριακές μετά την εκκλησία.
 
Tags:Γαλλική Πολυνησία 

Προηγούμενο

Μέτσοβο: η χαρά της ζωής στο βουνό

Επόμενο

Μακεδονία: 3 πόλεις για σκι