Σικελία: Ένα νησί μέσα στο μυστήριο

Αριστοκράτες Γατόπαρδοι, αδίστακτοι μαφιόζοι, κατάσκοποι των σοβιετικών, Γκέτε, Βάγκνερ, Πιραντέλο, οι Dolce & Gabbana κι ο καλοφαγάς γκάνγκστερ Lucky Luciano. Όλους τους χωράει η Σικελία, αλλά σε ελάχιστους αποκαλύπτει τα μυστικά της. Προς το παρόν, ανοίγει τις πόρτες των μυθικών παλατιών, των μοναστηριών και των αμπελώνων της, για να υποδεχτεί εραστές της καλής ζωής που λατρεύουν να λύνουν μυστήρια.


Κατάφυτες εκτάσεις και χαμηλοί λόφοι, δωρικοί ναοί και μπαρόκ palazzi, απομονωμένες βίλες αγκαλιά με το κύμα, όπου αντηχούν οι στίχοι του Ομήρου. Αυτή είναι η Σικελία. Υπερφορτωμένη με θησαυρούς τέχνης, αλλά χωρίς υποδομές και σακατεμένη απ’ τη Μαφία, πολύ πριν τους διάσημους σχεδιαστές σαγήνευσε ακόμη και τον γκρινιάρη Γκέτε, o οποίος ταξίδεψε εδώ το 18ο αιώνα. Κάθε βήμα στο νησί είναι μια ανακάλυψη, μια πηγή έμπνευσης που κρύβεται ακόμα και στα πιο απλά πράγματα. Η ομορφιά της κρύβεται ακόμα και στα πολύχρωμα marzapane, τα αμυγδαλωτά σε σχήματα που θυμίζουν φρούτα ή στις παραδοσιακές φορεσιές των Σικελών. Όλο το νησί είναι ένας τόπος φτιαγμένος από καθαρό ουρανό και γλυκό, αρωματικό αεράκι, αμέτρητες οδούς Garibaldi και πλατείες Vittorio Emanuele. Δρόμους φτιαγμένους για κυριακάτικη passeggiata, τραπεζάκια κάτω από τον ήλιο, γεύσεις που ευφραίνουν τον ουρανίσκο και την ψυχή. Μαλακή πέτρα και διαβρωμένο σφυρήλατο σίδερο γεμάτο καμπύλες.

Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς: ο σεισμός και η έκρηξη του 1693 ισοπέδωσαν τα πάντα και τα πάντα χτίστηκαν ξανά στο κυρίαρχο στιλ της εποχής. Στιλ που συμφωνεί με την ίδια την ψυχοσύνθεση της Σικελίας που λέει πως η συντομότερη οδός ανάμεσα σε δύο σημεία δεν είναι η ευθεία αλλά το αραβούργημα. Αν δεν μπορείς να δεχτείς την αντίφαση, δεν μπορείς να κατανοήσεις τη Σικελία. Ζώντας επί αιώνες σε καθεστώς αποικίας, οι Σικελοί απορρόφησαν τον πολιτισμό των Ελλήνων, των Ρωμαίων, των Αράβων, των Βουρβώνων. Με τους αιώνες, το νησί έγινε ένα εξωτικό αμάλγαμα κι οι κάτοικοί του ένας μεικτός λαός τόσο παθιασμένος με την κληρονομιά του, που συχνά υποφέρει απ’ αυτό που ο συγγραφέας Gesualdo Bufalino αποκαλεί «υπερεπάρκεια ταυτότητας».

Στο Noto, στη νοτιοανατολική άκρη του νησιού, ο ανοιξιάτικος ουρανός είναι πεντακάθαρος κι ο ήλιος λούζει τα κτίρια με τις κολώνες, τους θόλους και τα μπαρόκ ανάγλυφα, που παρατάσσονται σαν γλυκίσματα σε βιτρίνα ζαχαροπλαστείου. Εδώ άλλωστε βρίσκεται και το Caffé Sicilia, το καλύτερο καφέ-ζαχαροπλαστείο της Σικελίας. Ο καθεδρικός του Noto, μια εκκλησία-κόσμημα σε αχνό ροζ, στέκεται στην κορυφή του λόφου. Λένε πως η καλύτερη στιγμή της είναι την ώρα που πέφτει ο ήλιος, βάφοντάς τη στο κόκκινο της φωτιάς. Δυο γυναίκες απλώνουν μπουγάδα σ’ ένα σύρμα δεμένο ανάμεσα σ’ ένα σπίτι και τη γωνία μιας μικρής, κομψής εκκλησίας. Έχει κανείς την αίσθηση ότι περιφέρεται σ’ ένα θεατρικό σκηνικό την ώρα που οι συντελεστές της παράστασης κάνουν διάλειμμα.
 

 



Ύστερα από λίγες μέρες στο νησί, έχεις την αίσθηση ότι ένα είδος εξεζητημένης υπερέντασης χαρακτηρίζει ακόμη και τις πιο κοινότοπες δοσοληψίες. Η πληρωμή του ταξί, η αποστολή μιας καρτ-ποστάλ, η αγορά μιας πίτας με αρακά απ’ το δρόμο έχουν έντονη αίσθηση θεατρικότητας.



Στη δεύτερη σελίδα θα ανακαλύψετε τις καλύτερες διευθύνσεις στη Σικελία.




Tags:ξενοδοχεία διαμονή φαγητό εστιατόρια αξιοθέατα Σικελία. 

Προηγούμενο

Ανάφη: Εναλλακτική, μποέμ και μαγική

Επόμενο

Βόρεια Εύβοια: Η άγνωστη γειτόνισσα.