Καλαρρύτες: Η ζωή δεν είναι μονόδρομος

Οι Καλαρρύτες είναι  ένα χωριό αητοφωλιά πάνω από την μαύρη χαράδρα του Χουρσιά κάτω από την χιονισμένες κορφές του Περιστέριου, στην Δυτική Πίνδο που μας περιμένει για να μας διδάξει ότι η ζωή στην πόλη δεν είναι μονόδρομος. Και έχει αποδείξεις. 

Απόγονοι των Bulgari

Η νύχτα έχει πέσει πια για τα καλά και η ησυχία βασιλεύει. Άλλος κόσμος. Κάτω πέτρα πελεκητή, άσπρη, δεξιά και αριστερά χαμηλές μάντρες. Δεν ξέρουμε προς τα που να στρίψουμε. Βριστόμαστε στους Καλαρρύτες, ένα χωριό αητοφωλιά πάνω από την μαύρη χαράδρα του Χουρσιά κάτω από την χιονισμένες κορφές του Περιστέριου, στην Δυτική Πίνδο. Ένα πρώην κεφαλοχώρι που παραμένει αρχοντοχώρι, και πέτρινο το στολίδι των Τζουμέρκων, με πλούσια παράδοση και ακόμα πιο πλούσια ιστορία. Πιο συγκεκριμένα, οι Καλαρρύτες είναι κτισμένοι στο χείλος της απότομης χαράδρας που καταλήγει στον ποταμό Καλαρρύτικο, σε υψόμετρο 1200 μ. Απέναντι, στα νοτιοδυτικά του χωριού, βρίσκεται η πλαγιά που ονομάζεται Πουλιάνα. Αν το βλέμμα στραφεί προς τα νότια, θα δει τα βουνά των Τζουμέρκων μέχρι το χωριό Πράμαντα.

Προσπαθούμε να ακολουθήσουμε τον ήχο του νερού, αλλά δύσκολο πολύ. Συνειδητοποιούμε ότι ακούγεται από παντού. Από το ποτάμι, τις κρίνες, τη βροχή. Περνάμε μπροστά από ξύλινες πόρτες, παλιές, αμπαρωμένες με μπρούτζινα “χτυπητήρια” και γυφτόκαρφα.  Απορούμε πώς οι ντόπιοι έχουν αφήσει αυτά τα πανέμορφα πέτρινα σπίτια χωρίς φωτιά στο τζάκι και με κλειστά τα παντζούρια. 

Ψάχνουμε επίμονα μια καμινάδα να καπνίζει. Έτσι φτάνουμε στο παντοπωλείο, καφενείο, ταβέρνα του κ. Ναπολέοντα. Εδώ που χτυπά η καρδιά των Καλαρρυτών. Έχει πλούσια γενειάδα και τη μορφή παραμυθά. Φοράει ένα φαρδύ τζίν και τιράντες. «Όταν έμενα στο χωριό μου έλεγαν φύγε, για να προκόψεις». Πρόκοψα, λέει, με ειρωνικό ύφος. Δούλευα προγραμματιστής στην Αθήνα, σε πολυεθνική και εκεί μου έλεγαν φύγε παλιόβλαχε, γύρνα στο χωριό σου. Πήρα, την γυναίκα και τον γιο μου και επιστρέψαμε. Και ησύχασα». Δεν χρειαζόταν να μας το πει. Φαινόταν ήρεμος και ήσυχος στο παραδοσιακό κουζινάκι του, πίσω από το πάγκο με τις παλιές ζυγαριές, τα παραδοσιακά γεμιστά μπισκότα, τις σοκολάτες αμυγδάλου,  τα γεμάτα αρμάρια, τις γυάλινες μπουκάλες με το τσίπουρο και κάτω από τις φωτογραφίες των παππούδων και του πατέρα του.  Εκτός από το να σας ταΐσει μπορεί και να σας φιλοξενήσει στο ξενώνα του. 

Εδώ, στην ταβέρνα του κύριου Ναπολέοντα μάθαμε από τους λίγους παππούδες του χωριού που έπαιζαν πρέφα κάτω από την ανοιχτή τηλέοραση, δίπλα στη παλιά ξυλόσομπά πως τα χρόνια της ακμής τους, στους Καλαρρύτες εκτός από ραφτάδες έδρασαν και μεγαλούργησαν χρυσικοί και ασημιτζήδες. Ως κυρατζήδες (πλανόδιοι) αργότερα έφτασαν τα εμπορεύματα τους και εξέλιξαν την τέχνη τους σ’ ολόκληρη την Ευρώπη. «Οι οικογένειες Μπούλγκαρι και Νέση πρωτοσμίλεψαν τούτες εδώ τις πέτρες» συνεχίζει ο κυρ. Αποστόλης και δείχνει τη γη. Με τις κουβέντες και το τσίπουρο, η ώρα περνά και εμείς ξαναβγαίνουμε στα πέτρινα σοκάκια του χωριού. Το μονοπάτι γλιστρά, έξω βρέχει και νυχτώνει σχεδόν ξαφνικά. Το επόμενο πρωί, αφού η πέτρινη αετοφωλιά, άστραψε από την βροχή, στρώνεται σιγά σιγά από το λευκό χιόνι που πέφτει τεμπέλικα στην αρχή, πυκνό όσο περνάει η ώρα. Και μπορεί να μείνεις εκεί να κοιτάς για ώρες και να ξεχάσεις τον δρόμο της επιστροφής για την πόλη ή και να προσποιηθείς πως τον ξέχασες. Έστω και για λίγο

Tags:Καλαρρύτες Τζουμέρκα Πίνδος 

Προηγούμενο

Κούβα: Τι να κάνετε την πρώτη φορά

Επόμενο

10 ταξίδια για το 2017