Συρράκο-Καλαρρύτες: Πάνω από τα σύννεφα

Στις αετοφωλιές της Πίνδου, εδώ όπου πρωτοσμιλεύτηκαν τα πρώτα Bvlgari κοσμήματα,  ένας προγραμματιστής ηλεκτρονικών υπολογιστών παράτησε τα δίκτυα και την πολυεθνική όπου δούλευε για να φιλοξενεί γύρω από το τζάκι του κουρασμένους Αθηναίους που νομίζουν, οι αδαείς, ότι η ζωή σταματάει εκεί που ξεκινάει ο χωματόδρομος. 

Συρράκο-Καλαρρύτες: Χωριά από σύννεφα και πέτρα

Δυο χωριά που γειτονεύουν και στέκουν σαν πέτρινες αετοφωλιές πάνω από την μαύρη χαράδρα του Χουρσιά κάτω από την χιονισμένες κορφές του Περιστερίου στη νότια πλευρά της Πίνδου, το Συρράκο και οι Καλαρρύτες. Εγκαταλείπουμε το αυτοκίνητο έξω στη Πύλη του Συρράκου νωρίς το απόγευμα. Κανένα δεν μπαίνει στο Συρράκο. Δεν τα χωράει και τα θέλει ο δρόμος. Περνάμε τη πέτρινη Πύλη και παίρνουμε το πέτρινο φιδίσιο μονοπάτι που μας οδηγεί στο κέντρο του χωριού. Το κρύο τσουχτερό. Το μάλλινο παλτό, το κασκόλ, τα γάντια δεν αρκούν. Μερικές γουλιές κονιάκ από το φλασκί στη μέσα τσέπη μονάχα βοηθούν.  Το σκοτάδι πέφτει σιγά σιγά αλλά αποφασιστικά. Μόνο ο ήχος  του νερού ακούγεται. Από παντού κυλά. Μικροί καταρράκτες κατεβαίνουν από το βουνό, το ποτάμι, δεξιά και αριστερά από το μονοπάτι μικρά ρυάκια τρέχουν κελαρυστά. Προορισμός τους το ποτάμι, ο Καλαρρύτικος.  Έχει πάρει το όνομα του από το διπλανό χωριό, τους Καλαρρύτες. Αυτός ο ποταμός τα χωρίζει, το μονοπάτι που το διαπερνά τα ενώνει. 

 
Ένας άλλος πέτρινος κόσμος
Η νύχτα έχει πέσει πια για τα καλά και η ησυχία βασιλεύει. Άλλος κόσμος. Κάτω πέτρα πελεκητή, άσπρη, δεξιά και αριστερά χαμηλές μάντρες. Δεν ξέρουμε προς τα που να στρίψουμε. Προσπαθούμε να ακολουθήσουμε τον ήχο του νερού, αλλά δύσκολο πολύ. Συνειδητοποιούμε ότι ακούγεται από παντού. Από το ποτάμι, τις κρίνες, τη βροχή. Περνάμε μπροστά από ξύλινες πόρτες, παλιές, αμπαρωμένες με μπρούτζινα “χτυπητήρια” και γυφτόκαρφα. 
 
Ικανοί ραφτάδες και δαιμόνιοι έμποροι.
Η οικογένεια Βούλγαρη, του διάσημου οίκου Bvlgari,  πρωτοσμίλεψε ασήμι και πολύτιμους λίθους στους Καλαρρύτες πριν μεταφέρει την επιχείρηση τους στην Ιταλία και αποτελέσει έναν από τους πιο αναγνωρισμένους οίκους παγκοσμίως. Οι κάτοικοι του Συρράκου, από την άλλη ταξίδεψαν σε όλη την Ευρώπη διακινώντας μάλλινα είδη και κυρίως τις περίφημες μάλλινες κάπες σχεδόν σε όλη την Ευρώπη. (Λιβόρνο, Τεργέστη, Ρώμη, Οδησσό, Μόσχα, Παρίσι). Η Συρρακιώτικη κάπα ήταν περιζήτητη και λέγεται ότι ακόμα και ο στρατός του Μεγάλου Ναπολέοντα εφοδιάζονταν με μεγάλες ποσότητες. Οι ξένοι περιηγητές Leake και Pouqueville που το 1815 και το 1818 αναφέρουν ότι βρήκαν στο Συρράκο «εμπορικήν κίνησην, αμιλλωμένην προς τας καλυτέρας ευρωπαϊκάς πόλεις», δηλώνουν την ύπαρξη σημαντικών βιβλιοθηκών και κυκλοφορία ευρωπαϊκών εφημερίδων, ένδειξη της πνευματικής ανάπτυξης παράλληλα με την εμπορική. 
 
Ο  ταλαντούχος κυρ. Ναπολέων
Η καρδιά των Καλαρρυτών  χτυπά στο καφενείο-παντοπωλείο του κύριου Ναπολέοντα με την πλούσια γενειάδα και τη μορφή παραμυθά. Φοράει ένα φαρδύ τζίν και τιράντες. «Όταν έμενα στο χωριό μου έλεγαν φύγε, για να προκόψεις». Πρόκοψα, λέει, με ειρωνικό ύφος. Δούλευα προγραμματιστής στην Αθήνα, σε πολυεθνική και εκεί μου έλεγαν φύγε παλιόβλαχε, γύρνα στο χωριό σου. Πήρα, την γυναίκα και τον γιο μου και επιστρέψαμε. Και ησύχασα». Δεν χρειαζόταν να μας το πει. Φαινόταν ήρεμος και ήσυχος στο παραδοσιακό κουζινάκι του, πίσω από το πάγκο με τις παλιές ζυγαριές, τα παραδοσιακά γεμιστά μπισκότα, τις σοκολάτες αμυγδάλου,  τα γεμάτα αρμάρια και κάτω από τις φωτογραφίες των παππούδων και του πατέρα του.  Εκτός από το να σας ταίσει μπορεί και να σας φιλοξενήσει στο ξενώνα του. 
 
 
 
 
Tags:Καλαρρύτες Συρράκο Τζουμέρκα 

Προηγούμενο

Λίμνη Πλαστήρα: Τα ομορφότερα χωριά της

Επόμενο

Βαρδούσια: Στα αλπικά χωριά της Στερεάς Ελλάδας