O blogger Μανώλης Φτίκος γράφει για το Συρράκο


Το ξέρω ήδη πως περνώντας τη Πύλη του
θα αλλάξω. Θα είμαι αλλιώς, διαφορετικός. Ο αέρας με σπρώχνει και μου δίνει θάρρος να κάνω αποδεκτή την πρόκληση της αλλαγής. Κάθε τόπος σε αλλάζει, αλλά εδώ, ο πηχτός ομιχλώδης αέρας, έχει κάτι πιο βαρύ, κάτι πιο σημαντικό και μεγαλεπήβολο να μου δείξει, να μου ψιθυρίσει στο αυτί. Μου είχαν πει πως το μαζί με τους Καλαρρύτες είναι δυο χωριά που γειτονεύουν και στέκουν σαν πέτρινες αετοφωλιές πάνω από την μαύρη χαράδρα του Χουρσιά κάτω από την χιονισμένες κορφές του Περιστερίου στη νότια πλευρά της Πίνδου. Η νύχτα έχει πέσει βαριά και όλα αυτά δεν μπορώ να τα αντιληφθώ ακριβώς.



Ακολουθώ τον πέτρινο λαβύρινθο σα τυφλός και εύχομαι να βγάλει στο κέντρο του χωριού. Τα πόδια μου δεν ήταν έτοιμα να αντιμετωπίσουν τόσο κρύο, ούτε τα χείλη μου. Το μάλλινο παλτό, το κασκόλ, οι χοντρές κάλτσες και τα γάντια δεν αρκούν. Μερικές γουλιές κονιάκ από το φλασκί στη μέσα τσέπη μονάχα βοηθούν. Τα αυτιά μου μουδιάζουν τόσο από το κρύο που νιώθω πως δεν ακούω τίποτα. Στην πραγματικότητα όμως δεν υπάρχει τίποτα να ακούσω. Μόνο τον ήχο  του νερού. Από παντού κυλά. Μικροί καταρράκτες κατεβαίνουν από το βουνό, το ποτάμι, δεξιά και αριστερά από το μονοπάτι μικρά ρυάκια τρέχουν κελαρυστά. Προορισμός τους το ποτάμι, ο Καλαρρύτικος.  Έχει πάρει το όνομα του από το διπλανό χωριό, τους Καλαρρύτες. Αυτός ο ποταμός τα χωρίζει, το μονοπάτι που το διαπερνά τα ενώνει. Αλλά έτσι δε γίνεται πάντα; Πάντα κάτι θα μας ενώνει και πάντα κάτι θα μας χωρίζει. Πάνω σε αυτή την εξίσωση δε βασίζουμε και όλη μας την ισορροπία; Την όποια ισορροπία. Την όση έχουμε αποκτήσει. Την όση έχουμε χάσει κατά καιρούς και έχουμε ξανακερδίσει με όποιο τρόπο. Ένας από αυτούς τους τρόπους είναι και τα ταξίδια. Τα ταξίδια σε βοηθούν να λύσεις την εξίσωση αυτής της ισορροπίας. Τη μέσα και τη έξω.  Τη συμφωνία που θα πρέπει να κάνεις με τον εαυτό σου και αυτή με τους άλλους γύρω σου.



Αυτά σκέφτομαι όταν συνειδητοποιώ πως έχω χάσει τον προσανατολισμό μου και έχω ψιλοξεχάσει τις οδηγίες που μου έδωσε ο Βασίλης από τo ξενώνα Casa Calda, όπου και με περιμένουν. Αλλά, ο αποπροσανατολισμός είναι προορισμός για τα ταξίδια. Τον αποζητώ. Αν δεν χαθώ δεν ταξιδεύω. Δεν θα γνωρίσω. Δε θα συναντήσω το διαφορετικό. Το αλλιώτικο. Το παραπάνω. Τη λεπτομέρεια που θα γίνει η σφραγίδα για το κάθε ταξίδι. Βέβαια, στο Συρράκο τα δρομάκια, τα σοκάκια και οι μικρές πέτρινες μάντρες μοιάζουν όλα ίδια.  Η ομοιότητα τους με κάνει να μένω μακριά από τον προορισμό μου αυτή την στιγμή: μια ζεστή γωνιά δίπλα σε ένα τζάκι. Δε προλαβαίνω να το σκεφτώ και από μια μικρή ανηφορίτσα μια καλοσυνάτη κυρία με κοντό μαύρο μαλλί με φωνάζει με το όνομα μου. Είναι η κυρία Πόπη που με περιμένει και φορά μόνο μια μπορντό ζακέτα. «Δεν κρυώνει αναρωτιέμαι, ενώ την κοιτάζω λίγο παράξενα. Νομίζω πως όπως με βλέπει τυλιγμένο με όλα μου τα ρούχα καταλαβαίνει την απορία μου. «Έχετε παγώσει ε;. Εμείς το έχουμε συνηθίσει το κρύο στο Συρράκο». Έχει καταλάβει πως έχω χαθεί και βγήκε να με ψάξει. Μπαίνω στο σαλόνι του Casa Calda και σαν κάποιος να μ’ έχει σπρώξει φτάνω σχεδόν αυτόματα δίπλα στο τζάκι. Η φωτιά φτάνει στην καρδιά μου. Αλλά δεν είναι μόνο η ζεστασιά γύρω από το τζάκι. Βοηθάει η ζεστασιά που αποπνέουν τα υφαντά στους τοίχους, το χαμόγελο της κυρ. Τασίας στην κουζίνα της,  η μυρωδιά από το τραγανιστό φύλλο και από το ξύλο που καίγεται. Όλα στο σώμα μα κυρίως στο μυαλό  μου θερμαίνονται ακόμη περισσότερο από ένα τσιπουράκι και δυο κομμάτια, ζουμερή κρεατόπιτα. Φυσικά, από τα χέρια της κυρ. Πόπης, που εκείνη την ημέρα εκτός από την πίτα είχε φτιάξει άλλη μια πίτα, δυο μαγειρευτά, ένα γλυκό του ταψιού. Αφού ανέλαβα δυνάμεις, τακτοποίησα τα πράγματα στο δωμάτιο μου, είπα να κάνω αν και αργά μια βόλτα στο Συρράκο. Αυτή τη φορά, ο αποπροσανατολισμός είναι ελεύθερος να μου συμβεί. Η ζεστασιά από το σπιτικό της κυρ. Πόπης κρατάει γερά. Σα να χώρεσε στις τσέπες του παλτού μου και να με θωράκισε.



Η νύχτα έχει πέσει πια για τα καλά και η ησυχία βασιλεύει. Άλλος κόσμος. Κάτω πέτρα πελεκητή, άσπρη, δεξιά και αριστερά χαμηλές μάντρες. Δεν ξέρω προς τα που να στρίψω. Προσπαθώ να ακολουθήσω τον ήχο του νερού, αλλά δύσκολο πολύ. Συνειδητοποιώ ότι ακούγεται από παντού. Από το ποτάμι, τις κρήνες, τη βροχή. Περνάω μπροστά από ξύλινες πόρτες, παλιές, αμπαρωμένες με μπρούτζινα “χτυπητήρια” και γυφτόκαρφα. Μετά από μια στροφή, ακούω φωνές. Διακριτικές, χαμόγελα, νιώθω πιο έντονο τον καπνό από το τζάκι και ακούω ποτήρια να ανεβοκατεβαίνουν σε τραπέζια. Αυτή… η μουσική έρχεται από τη Σάρισα, την ταβέρνα, παντοπωλείο, γλυκοπωλείο στην πλατεία του Συρράκο. Εκεί, με περιμένει ο Βασίλης, ο γιος της κυρ. Πόπης. Ο ίδιος δε μένει εδώ πηγαινοέρχεται. Η δική του οικογένεια μένει στα Γιάννενα, αλλά έρχονται πολύ συχνά εδώ. Ο ίδιος σίγουρα κάθε Παρασκευή.
 
 
 
Ενώ, παίρνει παραγγελίες μοιράζεται λίγο χρόνο μαζί μου για να μοιραστεί ό, τι ξέρει για το τόπο που. Από τους Καλαρρύτες μου λέει κατάγεται η οικογένεια Βούλγαρη, του διάσημου οίκου Bvlgari. Οι άνθρωποι της οικογένειας πρωτοσμίλεψαν ασήμι και πολύτιμους λίθους στους Καλαρρύτες πριν μεταφέρουν την επιχείρηση τους στην Ιταλία και αποτελέσουν έναν από τους πιο αναγνωρισμένους οίκους παγκοσμίως. Οι κάτοικοι του Συρράκου, από την άλλη ταξίδεψαν σε όλη την Ευρώπη διακινώντας μάλλινα είδη και κυρίως τις περίφημες μάλλινες κάπες σχεδόν σε όλη την Ευρώπη. (Λιβόρνο, Τεργέστη, Ρώμη, Οδησσό, Μόσχα, Παρίσι). Η Συρρακιώτικη κάπα ήταν περιζήτητη και λέγεται ότι ακόμα και ο στρατός του Μεγάλου Ναπολέοντα εφοδιάζονταν με μεγάλες ποσότητες. Ποτέ ξανά δεν έχω τόσο κοντά  σε έναν τόσο μεγάλο οίκο και στον Μεγάλο Ναπολέοντα. Ποτέ ξανά ένα βράδυ, σε ένα πέτρινο σχεδόν έρημο χωριό δε μου έμαθε πως όλα ξεκινούν και μπορούν να καταλήξουν οπουδήποτε.





Το πρωί ξυπνάω στο δωμάτιο μου στο Casa Calda, ανοίγω τα μάτια μου και δε πιστεύω πως ακριβώς απέναντι από το παράθυρο μου ένας καταρράκτης χύνεται ψηλά από το βουνό. Αφού, το συνηθίσω, θα κάνω αυτό που έχουν πει όλοι. Θα πάω μέχρι το απέναντι χωριό, στους Καλαρρύτες μέσα από το μονοπάτι. Φοράω ζεστά ρούχα, μπότες αδιάβροχες ορειβατικές γιατί υπάρχουν σημεία που γλιστράει σχεδόν επικίνδυνα. Το μονοπάτι είναι σπάνιας φυσικής ομορφιάς από αυτά που σε κάνει να πιστεύεις στο Θεό. Περνάει μέσα από πεσμένα φύλλα και βρύα. Ο ήχος του νερού είναι αυτός που με ακολουθεί και ταυτόχρονα με οδηγεί μέσα από την άγρια χαράδρα με την πλούσια χλωρίδα.



Ανεβαίνω πέτρινες σκάλες με απότομη σχεδόν τρομακτική κλίση, μικρές γέφυρες, στενά περάσματα, ανάμεσα σε βράχους, δύσβατα σημεία που χρειάζεται να κρατηθώ από την πέτρα για να περάσω. Πέτρες και βράχους που έχουν τα αποτυπώματα πολλών ταξιδιωτών, αλλά και όλων των παλιών κατοίκων του χωριού που έκαναν την διαδρομή πολύ συχνά, όταν ο μόνος τρόπος για να επικοινωνήσουν αυτά τα δύο χωριά ήταν αυτό το μονοπάτι. Ο δρόμος ήρθε πολύ πιο μετά. «Ο καιρός βοηθάει. Αν σε πιάσει βροχή ενώ είσαι στο δρόμο την έβαψες», μου είχε πει χτες το βράδυ ο Βασίλης στο Συρράκο. Υπάρχουν ευτυχώς πολλές προστατευτικές σιδεριές και κάγκελα, αλλά και πάλι ο κίνδυνος όταν βρέχει υπάρχει σχεδόν σε κάθε βήμα.
Σε κάθε μου βήμα, όμως θέλω να το κάνω με θάρρος. Θέλω να κοιτώ ψηλά για να χαζεύω το μεγαλείο και τη δραματικότητα της χαράδρας που έχει σμιλευτεί από τα βήματα των ανθρώπων, τον αέρα, το νερό, το χιόνι και τη βροχή. Ο ήλιος δεν έχει συμμετάσχει σε αυτό το θαύμα. Δεν φτάνει ποτέ μέχρι και εδώ κάτω. Μετά από περίπου μια ώρα, είκοσι λεπτά και πάρα πολλές στάσεις βλέπω να πρώτα σπίτια των Καλαρρυτών. 

Χάρτης

Τι να φάτε
Το σουβλιστό αρνάκι αλλά και το κοκορέτσι του που περιποιείται ο Γιώργος στο εστιατόριο του ξενώνα Συρράκο.  Η γυναίκα του η Χρυσάνθη θα σας σερβίρει γαλοτόπιτα με χειροποιήτο φύλλο. Από τα κυρίως, δε θα ξεχάσω το μοσχαράκι ελευθέρας βοσκής Συρράκου με γιουβέτσι (€6), αλλά και ο χυλωμένος ντόπιος τραχανάς για τις κρύες ημέρες (€4). Το λικέρ της κράνα πίνεται όλες τις ώρες (Συρράκο, τηλ.: 26510 53410, www.syrrakohotel.gr). 
Δε θα ξεχάσω το γιαούρτι με πολτό από κράνα στη Σάρικα, το γλυκοπωλείο-πολυχώρο στην πλατεία του Συρράκο (www.casacalda.gr)

Που να μείνετε
Ξενώνας Μπήτσιου Κάζα Κάλντα
Κάζα Κάλντα στα βλάχικα σημαίνει ζεστό σπίτι και αυτό ακριβώς αισθάνθηκα στο πατρικό της κυρά-Πόπης. Όλα ήταν στρωμένα με πολύχρωμες φλοκάτες και στολισμένα με μικροέπιπλα και μπιμπελό της μαμάς, της θεία και της γιαγιάς της κυρίας Πόπης. Δύσκολα θα ξεχάσω το πρωινό κάτω από το πέτρινο θόλο της σάλας, στα τραπεζάκια-μικρές σκαφίδες κοντά στο τζάκι. Χόρτασα με ζυμαρόπιτα, ρυζόγαλο, βούτυρο και ντόπιο, χρυσαφένιο μέλι. Αν θέλετε τη δική μου θέα, έναν καταρράκτη από το παράθυρο σας, τοτε διαλέξτε το δωμάτιο 4 που το παράθυρο του βλέπει το βουνό και το καταρράκτη που ξεκινά από την κορυφή του. Συρράκο, Τηλ: 26510 53540, 26510 66210, 6977 034517, www.casacalda.gr)

Το οδοιπορικό  συνεχίζεται στους Καλαρρύτες...




Tags:Συρράκο Καλαρρύτες 

Προηγούμενο

O blogger Μανώλης Φτίκος γράφει για το Ελληνικό της Αρκαδίας