O blogger Μανώλης Φτίκος γράφει για το Burano

Μήπως όλα τελικά πλέκονται; Η μέρα από το φως και τις ακτίνες του ήλιου; Η νύχτα από τα αστέρια που πασπαλίζουν τους ουρανούς μας. Εμείς οι ίδιοι υφαινόμαστε από τους γονείς, τους φίλους, τα βιβλία, τα τραγούδια και τους έρωτες μας. Αυτό έμαθα από το ταξίδι στο Burano

Aκόμη και αν κάποιος έχει δει φωτογραφίες από το μικρό αυτό πολύχρωμο νησί της Βενετίας δεν μπορεί να συλλάβει την ομορφιά. Έτσι απροετοίμαστος αντιλαμβάνομαι τα χρώματα και την αύρα του Burano. Το αφήνω να με βάψει παντού από άκρη σε άκρη. Γίνομαι καμβάς από την πρώτη στιγμή, την πρώτη ματιά. Αφήνω να με βάψουν οι τοίχοι, τα παράθυρα, οι πολύχρωμες μπουγάδες, τα λουλούδια στις γλάστρες, τα γράμματα στα βαρκάκια, τα μοτίβα από τα χρώματα των ρούχων που φορούν οι ντόπιες γυναίκες.



Το μικροσκοπικό Burano που πολλοί το μπερδεύουν με το Μurano,  έχει γίνει διάσημο για τις δαντέλες και τα πολύχρωμα σπίτια του. Κάθε σπίτι είναι βαμμένο σε έντονα και χαρούμενα χρώματα που ακολουθούν ένα συγκεκριμένο μοτίβο που ορίστηκε κατά τη διάρκεια της Χρυσής Εποχής. Οι οικογένειες συνήθιζαν να βάφουν τα σπίτια τους σε έντονα χρώματα για να ξεχωρίζουν οι γειτονιές και οι οικογενειακές ιδιοκτησίες ώστε να αναγνωρίζουν τη γειτονιά τους όσοι έρχονταν από την θάλασσα. Έτσι ξεκίνησε από λόγους πρακτικούς, και έγινε συνήθεια. Μια συνήθεια που χάρισε σε αυτό το νησί τη πολύχρωμη μοναδικότητα του.  Και έτσι, ακόμα και σήμερα, αν κάποιος θέλει να βάψει το σπίτι του, πρέπει να στείλει αίτημα στην κυβέρνηση, ώστε να ενημερωθεί για το ποια χρώματα επιτρέπονται στη δική του γειτονιά. Σε αυτό αρχιτεκτονικό ουράνιο τόξο, στο Burano κατά το ηλιοβασίλεμα οι βάρκες πληθαίνουν στο λιμάνι. Οι ντόπιοι ψαράδες επιστρέψουν από τη ψαριά της ημέρας. Οι γυναίκες τους περιμένουν ποτίζοντας τις γλάστρες τους εκείνη ακριβώς την ώρα. Σηκώνουν, το βλέμμα τους μόνο για να μου απαντήσουν στο buonasera μου. Δεν ξαφνιάζονται από την παρουσία των ταξιδευτών. Είναι συνηθισμένοι.  



Η Clara με τα έντονα μαύρα μάτια ξεφλουδίζει κάποιο εσπεριδοειδές καθισμένη σε μια καρέκλα έξω από το μοβ σπίτι της στους τοίχους του οποίου είναι απλωμένη μια ολόλευκη μπουγάδα που μοσχοβολά. Είναι κάπως πιο ομιλητική από όλες τις ντόπιες που έχω συναντήσει μέχρι στιγμής.  Δε χάνω ευκαιρία να τη ρωτήσω πως είναι η ζωή σε ένα νησί-αξιοθέατο που οι τουρίστες φτάνουν για να τραβήξουν μια φωτογραφία και να επιστρέψουν πίσω στην Πλατεία του Αγίου Μάρκου. «Η ζωή είναι σκληρή εδώ μου λέει ή μάλλον δεν είναι εύκολη. Δεν είναι μόνο ότι απέχουμε μισή ώρα από την Βενετία με το πλοίο, αλλά ζούμε κάθε χρόνο με το φόβο της αύξησης της στάθμης των νερών και της πλημμύρας. Ιδιαίτερα το χειμώνα», μου λέει. Όσοι λίγοι κάνουν παιδιά, φεύγουν από εδώ. Και τα δικά μου παιδιά έχουν φύγει. Μένουν στο Μιλάνο», συνεχίζει να λέει με μελαγχολία και σκύβει πάνω από τα νεράντζια της, τα οποία αύριο θα κάνει γλυκό του κουταλιού. Και εκεί που νομίζω ότι δε θα μου ξαναμιλήσει και πάω να συνεχίσω τη βόλτα μου στο Burano παράλληλα με το ποτάμι, η Clara συνεχίζει ξαφνικά να μιλάει χωρίς να την έχω ρωτήσει τίποτα άλλο. «Και η γειτόνισσα μου που το μικρό της πάει θα πάει δημοτικό την επόμενη χρονιά δημοτικό, την πείθω να σηκωθούν και να φύγουν από εδώ», μου λέει. Από το βλέμμα της που συνεχίζει να κοιτάει προς τα κάτω καταλαβαίνω πως ξέρει πως θα η φίλη της και γειτόνισσα θα φύγει και προσπαθεί να συνηθίσει από τώρα την έλλειψη της τις χειμωνιάτικες ημέρες. Δε χάνω ευκαιρία και τη ρωτάω γιατί δεν πλέκει δαντέλες και αντ’ αυτού καθαρίζει φρούτα στην αυλή της. 



«Πίσω στον 16ου, οι γυναίκες του Burano ξεκίνησαν να πλέκουν δαντέλες. Η δουλειά ήταν εξαιρετικά απαιτητική. Κάθε γυναίκα ειδικεύονταν σε διαφορετική πλέξη. Συνολικά υπήρξαν επτά διαφορετικές που κάθε σχέδιο για να ολοκληρωθεί περνούσε από τη μια στην άλλη. Για αυτό για να ολοκληρωθεί μια δαντέλα για ένα τραπεζομάντηλο χρειαζόταν ένα περίπου μήνα. «Για να γίνει μια δαντέλα θέλει χρόνο και ποιος δίνει τόσα πολλά για να τις αγοράσει;», μου απαντάει. «Αν θες όμως να δεις πως μοιάζουν οι αυθεντικοί αυτοί πανέμορφοι ιστοί θα σου πω που να πας», μου λέει και τα μάτια της άστραψαν. «Θα περάσεις τις πόρτες του La Perla και θα τους πεις πως σε έστειλε η Clara».



Την ευχαριστώ, την χαιρετώ και πάω να μάθω περισσότερα για αυτή την τέχνη της δαντέλας που τόσα έχω ακούσει. Τo La Perla είναι ένα κατάστημα στον κυρίως δρόμο του χωριού, όπου τα χειροποίητα προϊόντα ξεχωρίζουν από αυτά που παράγονται στις μηχανές. Είναι ξεκάθαρο στα σχέδια σε ποια έχει χρειαστεί ανθρώπινη ψυχή για να πλεχτεί. Κάποιες ντόπιες υπάρχουν μέσα στο κατάστημα που εκείνη τη στιγμή μπροστά στα μάτια μου πλέκουν, οπότε είδα πόση δυσκολία και απαιτητική δουλειά χρειάζεται για να επιτευχθεί μαγεία. Εδώ μαθαίνω πως το 1400, ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι επισκέφτηκε τη πόλη για να προμηθευτεί υφάσματα για το περίφημο Duomo di Milano. (Via Galuppi 376). Έτσι άραγε δε συμβαίνει σε όλα τα πράγματα και σε όλα τα συναισθήματα. Όλα όσα φτιάχνουν ή νιώθουν συμβατικά καταλήγουν άψυχα. Όμορφα, μα άμορφα. Φαινομενικά τέλεια, αλλά άδεια στην ουσία τους και ατελή. Αποφασίζω πως θέλω να μάθω για αυτή τη μαγεία περισσότερα. Έτσι κάνω μια στάση το Scuola del Merletto (Piazza of Baldassare Galuppi), ένα μουσείο με εξαιρετικά παραδείγματα από δαντέλες του 16ου και 17ου. Κάποια από τα κομμάτια πλέχτηκαν για βασίλισσες, πριγκίπισσες, πρώτες κυρίες, όπως τη Jackie Kennedy. Και έρχομαι λίγο πιο κοντά στην ματαιότητα της πλέξης της ίδια της ζωής και την επιτυχία ή όχι της πλέξη της. 



Όλοι μου είχαν πει πως στο Burano θα φας καλύτερα από οπουδήποτε αλλού στην Βενετία. Και διαπίστωσα πως αυτό είναι αλήθεια. Λίγο πριν η νύχτα πέσει για τα καλά, ο αέρας μοσχοβολά από το φρέσκο ιώδιο που έχει συναντήσει τη φωτιά και τα φρεσκοπεσμένα κάρβουνα. Οι ντόπιοι ψαράδες κρατάνε τα πιο φρέσκα ψάρια για τους φίλους τους στο νησί. Τα βράδια εδώ αποκλείεται να μην βρει κανείς φρέσκο ψάρι και σε πολύ χαμηλότερες τιμές απ’ ότι στην υπόλοιπη Βενετία. Εγώ έκλεισα τραπέζι στο Al Gatto Nero da Ruggero. Εδώ όλες οι pastas και τα επιδόρπια φτιάχνονται στις κουζίνες του, ενώ τα ψάρια φτάνουν στις σχάρες και τα ταψιά του κατευθείαν από το ίδιο καΐκι εδώ και περίπου δέκα χρόνια. Έδωσα ένα μικρό πόλεμο για να μου αλλάξουν το τραπέζι και να μου δώσουν ένα μικρό στο υπαίθριο χώρο για να βλέπω το κανάλι. Το γεύμα των τριών πιάτων μαζί με κρασί κόστισε περίπου €40. Μη χάσετε το Risotto alla Buranella που περιέχει το ψάρι giozzi (Fondamente della Giudecca 88, τηλ.: 0039 041 730120).  Αν μείνετε για δεύτερο γεύμα τότε να εμπιστευτείτε το μάγειρα του Ai Pescatori που επίσης σερβίρει καταπληκτικά ριζότο. Εδώ, το πιάτο που κλείνει στόματα είναι το Risotto alla Pescatore με διάφορα θαλασσινά (Via Giare, 121).



Η Clara πριν απομακρυνθώ πολύ μου είχε φωνάξει να μη φύγω από το Burano αν δεν δοκιμάσω τα μπισκότα Bussolà Buranello. Από που την ρώτησα και αυτή μου απάντησε να πάρω ένα κουτί από το Panificio Pasticceria Palmisano Carmelina και δώσω χαιρετίσματα από αυτή στην Carmelina που θα την αναγνωρίσω από τη μαύρη ποδιά και τα αλευρωμένα χέρια. Η επίσκεψη εδώ μου θύμισε πως λίγα πράγματα μυρίζουν πιο όμορφα και πιο διονυσιακά από το φρέσκο βούτυρο που λιώνει στη φωτιά, έτοιμο να πλέξει και να δέσει μια ζύμη.(Via Galuppi, 335).  

Μήπως όλα τελικά δε πλέκονται; Η μέρα από το φως και τις ακτίνες του ήλιου; Η νύχτα από τα αστέρια που πασπαλίζουν τους ουρανούς μας. Εμείς από τους γονείς, τους φίλους, τα βιβλία, τα τραγούδια και τους έρωτες μας. Ο έρωτας από τις ψευδαισθήσεις μας. Όλα πλέκονται και μάλλον ποτέ μα ποτέ δε πρέπει να αφήνουμε τις κλωστές και τις ίνες στα χέρια της μηχανής-συνήθειας. Ο χρόνος και η τιμή στο τέλος θα αξίζουν την δαντέλα της ζωής μας. Αυτό έμαθα από το Burano.
 
 

Πώς να πάτε
Το μεγάλο ferry boat  από τη Βενετία φεύγει από τη στάση San Zaccaria (κοντά στο St. Mark’s) για Burano. Το τξαίδι διαρκεί μαζί με τις στάσεις περίπου 45 λεπτά και κοστίζει €6.50 για κάθε άτομο. To water taxi μπορεί να στοιχίσει ακόμα και €130 η απλή μετάβαση. 

ΚΛΕΙΣΤΕ ΤΩΡΑ ΤΑ ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ ΣΑΣ ΓΙΑ ΒΕΝΕΤΙΑ ΣΤΙΣ ΚΑΛΥΤΕΡΕΣ ΤΙΜΕΣ
 

Tags:Burano Μπουράνο 

Προηγούμενο

O blogger Μανώλης Φτίκος γράφει για το Ελληνικό της Αρκαδίας